Νεώτερα Δεδομένα στη Θεραπεία της Υπογονιμότητας: Σύγχρονες Μέθοδοι και Τεχνικές

Μοιραστείτε αυτήν την ανάρτηση

Ενημέρωση άρθρου: 31/08/2026

Η θεραπεία της υπογονιμότητας έχει εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, τόσο στη διάγνωση όσο και στις τεχνικές της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Ταυτόχρονα, έχουν εμφανιστεί πολλές πρόσθετες εξετάσεις και παρεμβάσεις που υπόσχονται καλύτερη εμφύτευση ή υψηλότερες πιθανότητες επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Η σύγχρονη προσέγγιση στη θεραπεία της υπογονιμότητας βασίζεται όλο και περισσότερο στην επιστημονική τεκμηρίωση και στην προσαρμογή της θεραπείας στα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης, με βασικό ερώτημα αν μια παρέμβαση αυξάνει ουσιαστικά την πιθανότητα γέννησης παιδιού.

Τι έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια στη θεραπεία της υπογονιμότητας;

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας.

Μεγαλύτερη βαρύτητα δίνεται πλέον στο ποσοστό γέννησης ζώντος νεογνού (live birth rate) και όχι μόνο σε ενδιάμεσους δείκτες, όπως το ποσοστό εμφύτευσης, ένα θετικό τεστ εγκυμοσύνης ή η κλινική εγκυμοσύνη.

Η επιλογή της θεραπείας λαμβάνει επίσης περισσότερο υπόψη την ηλικία και την ωοθηκική εφεδρεία, την αιτία και τη διάρκεια της υπογονιμότητας, τον ανδρικό παράγοντα, την κατάσταση της μήτρας και των σαλπίγγων, το ιστορικό προηγούμενων προσπαθειών και τα χαρακτηριστικά των διαθέσιμων εμβρύων.

Έχει αλλάξει και η προσέγγιση στις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εμφύτευσης (Recurrent Implantation Failure – RIF). Η διερεύνηση δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στο ενδομήτριο, αλλά εξετάζει το έμβρυο, τη μήτρα, τις τεχνικές παραμέτρους της εμβρυομεταφοράς και τα δεδομένα των προηγούμενων κύκλων.

Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται πλέον και στις πρόσθετες παρεμβάσεις στη θεραπεία υπογονιμότητας (fertility treatment add-ons), οι οποίες αξιολογούνται αυστηρότερα ως προς την πραγματική αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά τους.

Τι σημαίνουν τα νεότερα δεδομένα στην πράξη για τη θεραπεία;

Παρά την ανάπτυξη πολλών νέων τεχνικών, η αντιμετώπιση της υπογονιμότητας εξακολουθεί να ξεκινά από το σημαντικότερο βήμα: τη σωστή διερεύνηση της αιτίας και την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.

Δεν ακολουθούν όλες οι γυναίκες την ίδια πορεία. Υπάρχει όμως μια βασική θεραπευτική λογική.

1. Έλεγχος και εξετάσεις υπογονιμότητας

Αρχικά αξιολογούνται:

Όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις, μπορεί να χρειαστεί πιο στοχευμένος έλεγχος για καταστάσεις όπως η ενδομητρίωση, η αδενομύωση, η υδροσάλπιγγα ή ένας σημαντικός ανδρικός παράγοντας.

2. Πρόκληση ή διέγερση της ωορρηξίας

Όταν υπάρχει διαταραχή της ωορρηξίας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί φαρμακευτική πρόκληση ή διέγερση της ωορρηξίας, με την κατάλληλη υπερηχογραφική παρακολούθηση.

Σε άλλες περιπτώσεις, όταν η ηλικία, η διάρκεια της υπογονιμότητας και τα υπόλοιπα ευρήματα το επιτρέπουν, μπορεί να συνεχιστούν για ένα διάστημα οι φυσικές προσπάθειες με σωστό χρονισμό των επαφών.

Σε ζευγάρια στα οποία δεν έχει εντοπιστεί σοβαρός παράγοντας υπογονιμότητας, η φυσική σύλληψη μπορεί να παραμένει πιθανή. Η ηλικία της γυναίκας, ο χρόνος που έχει ήδη περάσει και τα αποτελέσματα του ελέγχου βοηθούν να εκτιμηθεί αν είναι προτιμότερο να συνεχιστούν οι φυσικές προσπάθειες ή να προχωρήσει το ζευγάρι σε θεραπεία.

3. Ενδομήτρια σπερματέγχυση

Η ενδομήτρια σπερματέγχυση (Intrauterine Insemination – IUI) μπορεί να αποτελέσει επιλογή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η ανεξήγητη υπογονιμότητα ή ορισμένες μορφές ήπιου ανδρικού παράγοντα.

Συχνά συνδυάζεται με ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών, εφόσον αυτό κρίνεται κατάλληλο.

4. Εξωσωματική γονιμοποίηση

Η εξωσωματική γονιμοποίηση (In Vitro Fertilisation – IVF) μπορεί να προταθεί όταν:

  • υπάρχει σοβαρή βλάβη ή απόφραξη των σαλπίγγων,
  • υπάρχει σημαντικός ανδρικός παράγοντας,
  • προηγούμενες απλούστερες θεραπείες δεν έχουν επιτύχει,
  • η ηλικία ή η ωοθηκική εφεδρεία καθιστούν σημαντικό να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος,
  • ή υπάρχουν άλλες ενδείξεις που καθιστούν την IVF καταλληλότερη επιλογή.

Η διαδικασία περιλαμβάνει διέγερση των ωοθηκών, ωοληψία, γονιμοποίηση των ωαρίων στο εργαστήριο, καλλιέργεια των εμβρύων και εμβρυομεταφορά.

Οι πιθανότητες επιτυχίας της εξωσωματικής δεν είναι ίδιες για όλες τις γυναίκες. Επηρεάζονται, μεταξύ άλλων, από την ηλικία, την αιτία της υπογονιμότητας, την ανταπόκριση των ωοθηκών και τα χαρακτηριστικά των διαθέσιμων εμβρύων.

5. ICSI, κρυοσυντήρηση και εμβρυομεταφορά

Η ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπερματοζωαρίου (Intracytoplasmic Sperm Injection – ICSI) χρησιμοποιείται όταν υπάρχει σχετική ένδειξη, κυρίως σε περιπτώσεις σημαντικού ανδρικού παράγοντα ή όταν συντρέχουν άλλοι συγκεκριμένοι λόγοι.

Ωάρια, σπέρμα ή έμβρυα μπορούν επίσης να κρυοσυντηρηθούν και να χρησιμοποιηθούν αργότερα, ανάλογα με το θεραπευτικό πλάνο.

Όταν είναι κλινικά κατάλληλο, επιλέγεται επίσης ο αριθμός των εμβρύων που θα μεταφερθούν με στόχο να περιορίζεται ο κίνδυνος πολύδυμης κύησης.

Τι ισχύει στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα, η ενδομήτρια σπερματέγχυση και η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελούν βασικές μεθόδους Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Ανάλογα με την ένδειξη, χρησιμοποιούνται επίσης τεχνικές όπως η ICSI, η κρυοσυντήρηση γεννητικού υλικού και εμβρύων και ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος.

Οι θεραπείες πραγματοποιούνται σε αδειοδοτημένες Μονάδες Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, υπό το ισχύον ελληνικό θεσμικό πλαίσιο και την εποπτεία της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ΕΑΙΥΑ).

Τι είναι οι πρόσθετες παρεμβάσεις στη θεραπεία υπογονιμότητας;

Με τον όρο πρόσθετες παρεμβάσεις στη θεραπεία υπογονιμότητας (fertility treatment add-ons) περιγράφονται εξετάσεις, φάρμακα, εργαστηριακές τεχνικές ή άλλες διαδικασίες που προστίθενται στη βασική θεραπεία, όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση ή η σπερματέγχυση.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο τεχνητός ερεθισμός του ενδομητρίου, τα τεστ δεκτικότητας του ενδομητρίου, ορισμένες ανοσολογικές παρεμβάσεις, το PRP και διάφορες πρόσθετες εργαστηριακές τεχνικές.

Ένας θεωρητικά εύλογος μηχανισμός δράσης ή θετικά αποτελέσματα σε μικρές αρχικές μελέτες δεν αρκούν από μόνα τους για να καθιερώσουν μια μέθοδο. Χρειάζεται να γνωρίζουμε αν προσφέρει πραγματικό κλινικό όφελος και αν η ασφάλειά της έχει αξιολογηθεί επαρκώς.

Τεχνητός ερεθισμός του ενδομητρίου: τι δείχνουν σήμερα τα δεδομένα;

Ο τεχνητός ερεθισμός ή μικροτραυματισμός του ενδομητρίου (endometrial scratching / endometrial injury) είναι μια διαδικασία κατά την οποία προκαλείται ελεγχόμενος μικροτραυματισμός στο ενδομήτριο πριν από την εμβρυομεταφορά.

Συνήθως πραγματοποιείται με λεπτό καθετήρα ενδομητρικής βιοψίας, ενώ σε ορισμένα πρωτόκολλα μπορεί να συνδυαστεί με υστεροσκόπηση.

Γιατί θεωρήθηκε πολλά υποσχόμενη μέθοδος;

Η αρχική υπόθεση ήταν ότι ο μικροτραυματισμός προκαλεί τοπική διαδικασία επούλωσης και απελευθέρωση παραγόντων που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη δεκτικότητα του ενδομητρίου.

Οι πρώτες μικρές μελέτες δημιούργησαν ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε γυναίκες με προηγούμενες αποτυχημένες εμβρυομεταφορές.

Τι δείχνουν οι νεότερες μελέτες;

Μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες δεν επιβεβαίωσαν σταθερό όφελος από τη συστηματική εφαρμογή της μεθόδου.

Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποστηρίζουν την εφαρμογή της ως παρέμβαση ρουτίνας πριν από την εξωσωματική ή μετά από κάθε αποτυχημένη εμβρυομεταφορά.

Intralipids, φυσικά φονικά κύτταρα και ανοσολογικές θεραπείες

Οι ανοσολογικοί μηχανισμοί έχουν μελετηθεί ως πιθανοί παράγοντες που επηρεάζουν την εμφύτευση. Στο πλαίσιο αυτό έχουν προταθεί εξετάσεις των NK cells και θεραπείες όπως τα Intralipids.

Τι είναι τα φυσικά φονικά κύτταρα (NK cells);

Τα φυσικά φονικά κύτταρα (Natural Killer cells – NK cells) είναι κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος με σημαντικές φυσιολογικές λειτουργίες.

Τα NK κύτταρα της μήτρας (uterine NK cells – uNK) διαφέρουν από τα NK cells του περιφερικού αίματος και συμμετέχουν φυσιολογικά σε διαδικασίες που σχετίζονται με την εμφύτευση και την πρώιμη κύηση.

Χρειάζεται έλεγχος των NK cells;

Δεν υπάρχει καθιερωμένο και κλινικά επικυρωμένο όριο των NK cells που να χρησιμοποιείται ως διαγνωστικό κριτήριο υπογονιμότητας ή επαναλαμβανόμενης αποτυχίας εμφύτευσης.

Μια επιπλέον δυσκολία είναι ότι τα NK cells που μετρώνται στο περιφερικό αίμα δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τη λειτουργία των NK κυττάρων μέσα στη μήτρα.

Τι είναι τα Intralipids και βοηθούν;

Τα Intralipids αποτελούν ενδοφλέβια λιπιδικά γαλακτώματα που χρησιμοποιούνται αρχικά στην παρεντερική διατροφή.

Στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή έχουν προταθεί λόγω πιθανής ανοσοτροποποιητικής δράσης.

Τα διαθέσιμα δεδομένα, όμως, δεν τεκμηριώνουν σαφή αύξηση της πιθανότητας γέννησης παιδιού μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση. Αντίστοιχα, δεν έχει αποδειχθεί γενικευμένο όφελος από άλλες ανοσοτροποποιητικές παρεμβάσεις όταν χρησιμοποιούνται εμπειρικά χωρίς συγκεκριμένη ένδειξη.

Τεστ δεκτικότητας του ενδομητρίου (ERA): βοηθά στον χρόνο της εμβρυομεταφοράς;

Το τεστ δεκτικότητας του ενδομητρίου (Endometrial Receptivity Analysis – ERA) επιχειρεί να προσδιορίσει το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το ενδομήτριο θεωρείται περισσότερο δεκτικό για εμφύτευση, το λεγόμενο παράθυρο εμφύτευσης (window of implantation).

Για την εξέταση λαμβάνεται βιοψία ενδομητρίου και αναλύεται η έκφραση συγκεκριμένων γονιδίων. Ανάλογα με το αποτέλεσμα μπορεί να προταθεί διαφορετικός χρόνος εμβρυομεταφοράς.

Γιατί θεωρήθηκε πολλά υποσχόμενο;

Η θεωρία βασίστηκε στην υπόθεση ότι σε ορισμένες γυναίκες το παράθυρο εμφύτευσης μπορεί να εμφανίζεται νωρίτερα ή αργότερα από το αναμενόμενο και ότι η αλλαγή του χρόνου μεταφοράς θα μπορούσε να βελτιώσει την εμφύτευση.

Τι δείχνουν τα νεότερα δεδομένα;

Οι πιο πρόσφατες μελέτες δεν έχουν επιβεβαιώσει ότι η συστηματική χρήση των τεστ δεκτικότητας του ενδομητρίου αυξάνει την πιθανότητα γέννησης παιδιού.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, το ERA δεν εντάσσεται στον έλεγχο ρουτίνας πριν από την εμβρυομεταφορά ούτε αποτελεί αυτόματο επόμενο βήμα μετά από μία αποτυχία εξωσωματικής ή περισσότερες αποτυχημένες εμβρυομεταφορές.

PRP στην υπογονιμότητα

Το πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια (Platelet-Rich Plasma – PRP) παρασκευάζεται από αίμα της ίδιας της γυναίκας και περιέχει αυξημένη συγκέντρωση αιμοπεταλίων και αυξητικών παραγόντων.

Στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή έχει μελετηθεί κυρίως με δύο τρόπους.

Ενδομήτριο PRP

Η ενδομήτρια χορήγηση PRP έχει μελετηθεί κυρίως σε γυναίκες με λεπτό ή δύσκολα αναπτυσσόμενο ενδομήτριο και σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων αποτυχιών εμφύτευσης.

Ορισμένες μελέτες έχουν αναφέρει βελτίωση του πάχους του ενδομητρίου ή άλλων ενδιάμεσων αποτελεσμάτων, χωρίς όμως να έχει τεκμηριωθεί αξιόπιστα αύξηση της πιθανότητας γέννησης παιδιού.

Ενδοωοθηκικό PRP και «αναζωογόνηση ωοθηκών»

Η ενδοωοθηκική χορήγηση PRP έχει προταθεί κυρίως σε γυναίκες με μειωμένη ωοθηκική εφεδρεία (diminished ovarian reserve) ή χαμηλή ανταπόκριση στη διέγερση.

Συχνά περιγράφεται ως «αναζωογόνηση ωοθηκών» (ovarian rejuvenation). Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι το PRP μπορεί να αναστρέψει τη φυσιολογική γήρανση των ωοθηκών ή να αποκαταστήσει με αξιόπιστο τρόπο την ωοθηκική λειτουργία.

Παραμένουν επίσης ανοιχτά ζητήματα σχετικά με την τυποποίηση της μεθόδου, τον τρόπο παρασκευής και χορήγησης και την ασφάλειά της.

Το PRP παραμένει ερευνητική και όχι καθιερωμένη θεραπεία υπογονιμότητας.

Προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος για ανευπλοειδίες (PGT-A): πότε μπορεί να έχει ρόλο;

Ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος για ανευπλοειδίες (Preimplantation Genetic Testing for Aneuploidy – PGT-A) πραγματοποιείται σε έμβρυα που έχουν δημιουργηθεί μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης και εξετάζει αν υπάρχουν αριθμητικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες.

Ένα έμβρυο με φυσιολογικό αριθμό χρωμοσωμάτων χαρακτηρίζεται ευπλοειδικό (euploid), ενώ ένα έμβρυο με επιπλέον ή ελλείποντα χρωμοσώματα χαρακτηρίζεται ανευπλοειδικό (aneuploid).

Το PGT-A μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση της χρωμοσωμικής σύστασης των διαθέσιμων εμβρύων και να υποστηρίξει την επιλογή του εμβρύου για μεταφορά σε επιλεγμένες περιπτώσεις.

Αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας της εξωσωματικής;

Το PGT-A μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή μεταφοράς εμβρύων που έχουν χαρακτηριστεί ανευπλοειδικά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η εφαρμογή του σε όλες τις γυναίκες αυξάνει το συνολικό ποσοστό γέννησης ζώντος νεογνού ανά ωοληψία (cumulative live birth rate).

Η πιθανή χρησιμότητά του εξαρτάται από την ηλικία, τον αριθμό των διαθέσιμων βλαστοκύστεων, το ιστορικό και τον λόγο για τον οποίο εξετάζεται η εφαρμογή του.

Ποιοι είναι οι περιορισμοί;

Η βιοψία εξετάζει κύτταρα από το τροφοεκτόδερμα (trophectoderm) και το αποτέλεσμά της δεν ισοδυναμεί με πλήρη γενετική διάγνωση κάθε κυττάρου του εμβρύου.

Μπορεί επίσης να προκύψει αποτέλεσμα μωσαϊκισμού (mosaicism), το οποίο απαιτεί προσεκτική ερμηνεία και κατάλληλη συμβουλευτική.

Σε αντίθεση με παρεμβάσεις όπως το PRP ή τα Intralipids, το PGT-A μπορεί να έχει κλινικό ρόλο σε επιλεγμένες περιπτώσεις, χωρίς όμως να αποτελεί απαραίτητο μέρος κάθε κύκλου εξωσωματικής.

Στην Ελλάδα, η εφαρμογή του PGT-A διέπεται από συγκεκριμένες ενδείξεις και διαδικασίες που καθορίζονται από την ΕΑΙΥΑ.

Τι γνωρίζουμε σήμερα για τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εμφύτευσης;

Ο όρος επαναλαμβανόμενη αποτυχία εμφύτευσης (Recurrent Implantation Failure – RIF) δεν βασίζεται πλέον απλώς σε έναν ίδιο αριθμό αποτυχημένων εμβρυομεταφορών για όλες τις γυναίκες.

Η νεότερη προσέγγιση της ASRM βασίζει την εκτίμηση στη σωρευτική πιθανότητα εμφύτευσης, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό και την ποιότητα των βλαστοκύστεων, την ηλικία της γυναίκας και το αν τα έμβρυα έχουν ελεγχθεί ως προς την ευπλοειδία.

Δεν αφορά απαραίτητα μόνο το ενδομήτριο

Ένας σημαντικός παράγοντας αποτυχίας εμφύτευσης είναι η ανευπλοειδία του εμβρύου, ιδιαίτερα όσο αυξάνεται η ηλικία της γυναίκας.

Στην αξιολόγηση μπορεί επίσης να χρειαστεί να επανεξεταστούν:

  • η κοιλότητα και η ανατομία της μήτρας,
  • πολύποδες, υποβλεννογόνια ινομυώματα ή συμφύσεις,
  • πιθανή υδροσάλπιγγα,
  • ενδομητρίωση ή αδενομύωση όταν υπάρχουν σχετικά ευρήματα,
  • ο αριθμός, το στάδιο και τα χαρακτηριστικά των εμβρύων,
  • η τεχνική της εμβρυομεταφοράς,
  • τα δεδομένα των προηγούμενων κύκλων.

Οι επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες εμβρυομεταφορές από μόνες τους δεν αποτελούν ένδειξη για αυτόματη χρήση ERA, endometrial scratching, Intralipids ή PRP.

Πότε χρειάζονται πρόσθετες εξετάσεις μετά από αποτυχία εξωσωματικής ή εμβρυομεταφοράς;

Μετά από μια αποτυχία εξωσωματικής ή εμβρυομεταφοράς, το πρώτο βήμα είναι συνήθως η επανεκτίμηση όσων συνέβησαν στον συγκεκριμένο κύκλο: της ανταπόκρισης στη διέγερση, του αριθμού και της ανάπτυξης των ωαρίων και των εμβρύων, της διαδικασίας της εμβρυομεταφοράς και της κατάστασης της μήτρας.

Πότε μπορεί να χρειαστεί πιο στοχευμένος έλεγχος;

Ανάλογα με το ιστορικό, μπορεί να χρειαστεί:

  • πιο λεπτομερής έλεγχος της κοιλότητας της μήτρας,
  • διερεύνηση για υδροσάλπιγγα,
  • αξιολόγηση για ενδομητρίωση ή αδενομύωση,
  • γενετικός έλεγχος όταν υπάρχει συγκεκριμένη κλινική ή οικογενειακή ένδειξη,
  • περαιτέρω διερεύνηση του ανδρικού παράγοντα.

Αντίθετα, εξετάσεις όπως τα τεστ δεκτικότητας του ενδομητρίου, οι ανοσολογικοί έλεγχοι, η μέτρηση των NK cells, ο έλεγχος θρομβοφιλίας ή άλλες εξειδικευμένες δοκιμασίες δεν είναι απαραίτητο να πραγματοποιούνται μετά από κάθε αποτυχημένη προσπάθεια.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να γίνουν όλες οι διαθέσιμες εξετάσεις μετά από μία αποτυχία. Μια εξέταση έχει ουσιαστική αξία όταν το αποτέλεσμά της μπορεί να προσφέρει νέα πληροφορία και να επηρεάσει πραγματικά τον σχεδιασμό της επόμενης θεραπείας.

Πώς αξιολογούμε μια νέα θεραπεία υπογονιμότητας;

Αυξάνει πραγματικά την πιθανότητα γέννησης παιδιού;

Μια νέα μέθοδος χρειάζεται να αξιολογείται με βάση το τελικό κλινικό αποτέλεσμα και όχι μόνο επειδή βελτιώνει μια εργαστηριακή ή υπερηχογραφική παράμετρο.

Υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες;

Δεν αρκεί μια μικρή μελέτη ή μεμονωμένες θετικές εμπειρίες. Χρειάζονται σωστά σχεδιασμένες μελέτες στις οποίες η νέα μέθοδος συγκρίνεται με την καθιερωμένη αντιμετώπιση.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες (Randomized Controlled Trials – RCTs) και οι συστηματικές ανασκοπήσεις, επειδή προσφέρουν πιο αξιόπιστες απαντήσεις για το αν μια θεραπεία πραγματικά βοηθά.

Σε ποιες γυναίκες έχει μελετηθεί;

Μια θεραπεία μπορεί να φαίνεται χρήσιμη σε μια συγκεκριμένη ομάδα γυναικών χωρίς το ίδιο αποτέλεσμα να ισχύει για όλες όσες υποβάλλονται σε εξωσωματική.

Η ηλικία, η αιτία της υπογονιμότητας, ο αριθμός και τα χαρακτηριστικά των εμβρύων και το ιστορικό προηγούμενων προσπαθειών μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα αποτελέσματα.

Είναι ασφαλής;

Πριν χρησιμοποιηθεί μια νέα ή επεμβατική μέθοδος, χρειάζεται να γνωρίζουμε όχι μόνο αν μπορεί να βοηθήσει, αλλά και ποιες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να προκαλέσει.

Εξίσου σημαντικά είναι τα δεδομένα για τη μακροχρόνια ασφάλειά της, τα οποία μπορεί να παραμένουν περιορισμένα όταν πρόκειται για μια σχετικά νέα τεχνική.

Οι επιστημονικές οδηγίες οργανισμών όπως η ESHRE και η ASRM, καθώς και οι αξιολογήσεις φορέων όπως η HFEA, βοηθούν στη διάκριση των θεραπειών με τεκμηριωμένο όφελος από εκείνες που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό διερεύνηση.

Ποιες νέες τεχνολογίες μελετώνται σήμερα;

Η έρευνα στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή παραμένει ιδιαίτερα ενεργή. Μεταξύ των νέων τεχνικών και ερευνητικών πεδίων που μελετώνται είναι:

  • η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) για την αξιολόγηση και επιλογή εμβρύων,
  • η ανάλυση δεδομένων από time-lapse imaging,
  • οι μη επεμβατικές μέθοδοι αξιολόγησης των εμβρύων,
  • η μελέτη των βιολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με τη γήρανση των ωοθηκών.

Οι τεχνολογίες αυτές παρουσιάζουν σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον, αλλά χρειάζονται περισσότερα κλινικά δεδομένα πριν ενταχθούν ως καθιερωμένες επιλογές στη θεραπεία της υπογονιμότητας.

Τι δείχνουν συνολικά τα νεότερα δεδομένα για τη θεραπεία της υπογονιμότητας;

Η σημαντικότερη αλλαγή στη σύγχρονη θεραπεία της υπογονιμότητας δεν είναι ότι χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερες τεχνικές, αλλά ότι γίνεται καλύτερη διάκριση ποιες παρεμβάσεις έχουν πραγματικό όφελος και σε ποιες γυναίκες.

Η αντιμετώπιση εξακολουθεί να βασίζεται στη σωστή διερεύνηση της αιτίας και στις καθιερωμένες θεραπευτικές επιλογές, όπως η πρόκληση ωορρηξίας, η σπερματέγχυση και η εξωσωματική γονιμοποίηση, με ICSI, κρυοσυντήρηση ή γενετικό έλεγχο όταν υπάρχει αντίστοιχη ένδειξη.

Παρεμβάσεις όπως ο τεχνητός ερεθισμός ή μικροτραυματισμός του ενδομητρίου, τα τεστ δεκτικότητας του ενδομητρίου, τα Intralipids και το PRP δεν διαθέτουν σήμερα τεκμηρίωση που να υποστηρίζει τη συστηματική εφαρμογή τους σε όλες τις γυναίκες. Το PGT-A αποτελεί διαφορετική περίπτωση, καθώς μπορεί να έχει συγκεκριμένη κλινική χρησιμότητα σε επιλεγμένες ασθενείς, χωρίς να χρειάζεται σε κάθε κύκλο εξωσωματικής.

Κάθε περίπτωση υπογονιμότητας είναι διαφορετική και η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας απαιτεί συνολική αξιολόγηση της ηλικίας, του ιστορικού, των αποτελεσμάτων των εξετάσεων και του χρόνου που έχει ήδη περάσει. Στόχος δεν είναι να γίνουν περισσότερες παρεμβάσεις, αλλά να επιλεγούν εκείνες που έχουν πραγματικό τεκμηριωμένο όφελος για τη συγκεκριμένη περίπτωση και μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα εγκυμοσύνης και γέννησης παιδιού.

Συχνές ερωτήσεις

Δεν υπάρχει μία θεραπεία κατάλληλη για όλες τις περιπτώσεις. Η επιλογή εξαρτάται από την ηλικία, την αιτία και τη διάρκεια της υπογονιμότητας, την ωοθηκική εφεδρεία, τον ανδρικό παράγοντα και τα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Η απόφαση εξαρτάται κυρίως από την ηλικία της γυναίκας, τη διάρκεια της υπογονιμότητας και το αν έχει εντοπιστεί κάποιος σημαντικός παράγοντας που μειώνει τις πιθανότητες φυσικής σύλληψης. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι λογικό να συνεχιστούν οι φυσικές προσπάθειες, ενώ σε άλλες η έγκαιρη μετάβαση σε θεραπεία μπορεί να είναι πιο κατάλληλη.

Μία αποτυχημένη προσπάθεια δεν σημαίνει ότι χρειάζεται άμεσα μεγάλος αριθμός πρόσθετων εξετάσεων. Αρχικά επανεκτιμώνται η ανταπόκριση στη διέγερση, τα ωάρια και τα έμβρυα, η διαδικασία της εμβρυομεταφοράς και τυχόν παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την επόμενη προσπάθεια.

Όχι απαραίτητα. Μία μεμονωμένη αποτυχημένη εμβρυομεταφορά μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων τα χαρακτηριστικά του εμβρύου. Η επαναλαμβανόμενη αποτυχία εμφύτευσης αξιολογείται με βάση το συνολικό ιστορικό και όχι μόνο από μία αποτυχημένη προσπάθεια.

Όχι. Πρόσθετες εξετάσεις ή παρεμβάσεις έχουν νόημα όταν υπάρχει συγκεκριμένο κλινικό ερώτημα και το αποτέλεσμά τους μπορεί να επηρεάσει τον σχεδιασμό της επόμενης θεραπείας.

Η ηλικία της γυναίκας είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τόσο τη φυσική γονιμότητα όσο και τα αποτελέσματα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Με την αύξηση της ηλικίας μειώνονται σταδιακά ο αριθμός και η ποιότητα των ωαρίων και αυξάνεται η πιθανότητα χρωμοσωμικών ανωμαλιών στα έμβρυα, γι’ αυτό η ηλικία λαμβάνεται πάντα υπόψη στον σχεδιασμό της θεραπείας.

Επιμέλεια άρθρου: Κωνσταντίνος Καλμαντής M.D., Ph. D. , Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος

Σχετικά Άρθρα